ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΡΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

ΈΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ διηγιόταν ένα βράδυ πως όταν κάποτε έβαλε για έκθεση στα παιδιά της Γ΄ Δημοτικού σαν θέμα «Το σπίτι μου», πολλά απ’ αυτά γράφοντας ένιωσαν την ανάγκη να δηλώσουν: «Εγώ δεν μένω σε σπίτι, μένω σε πολυκατοικία». Πολύ το σκεφτήκαμε και το κουβεντιάσαμε πίνοντας εκείνο το βράδυ και προσωπικά θυμήθηκα που όταν ήμασταν κι εμείς μικρά και ζωγραφίζαμε σπιτάκια –εκείνα τα πανομοιότυπα, λες και συγκατοικούσαμε ή μέναμε όλοι απέναντι από το ίδιο σπίτι–, εγώ εκτός από τα συμμετρικά παράθυρα, τη δίφυλλη πόρτα με το ρόπτρο, τη στέγη με τα κεραμίδια, τη σημαία, τη μάντρα και τα δέντρα με τα υπερφυσικά πουλάκια, έβαζα πάντα στη δεξιά γωνιά και μια άγκυρα, λες και τα έβλεπα τα σπίτια που ήσαν έτοιμα να σαλπάρουν. Η μάνα μου και η δασκάλα ανησυχούσαν, αλλά δεν ξέρω για τι απ’ τα δυο, για το μυαλό ή για το μέλλον.

ΌΜΩΣ ΤΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ των κτισμάτων ποιος τις πρόσεχε τότε – μόνο τους ενοίκους προσέχαμε, τους καλούς, τους κακούς και τους όμορφους. Αλλά και τις γριές που θυμιάζανε, τις μανάδες που μαγειρεύανε, τις μυρωδιές που ξεχύνονταν από το παράθυρο της κουζίνας κι ανακατεύονταν με το άρωμα απ’ τα γιασεμιά της αυλής, τους χωματόδρομους και τα πληγωμένα γόνατα, όπως και τους εισπράκτορες στα λεωφορεία ή τον περιφερόμενο μπάρμαν στα θερινά σινεμά, ποιος τους πρόσεχε. Δεν τους δέσαμε αγκυρούλες και εξαφανίστηκαν.

ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΩΡΑ ΤΙΣ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΣ, τις παλιές γυναίκες που κι αυτές εξαφανίζονται αστραπιαία –στον Άδη ή στα κομμωτήρια– και νιώθω πως ακόμα κι όταν ψιλοκόβουν κρεμμυδάκι για το φαγητό κάνουν μια ιεροτελεστία. Κι έτσι είναι. Το κάνουν όπως ανάβουν το καντήλι ή όπως σταυρώνουν ένα άρρωστο παιδί. Καλές ή στρίγκλες, γαλήνιες ή σαστισμένες, φιλικές ή απόμακρες, αποπνέουν ιερότητα, την ιερότητα του από-κοσμου, εκείνου που ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο – και μιαν άλλη κοσμιότητα. «Όπως η Ατλαντίς», που έλεγε κι ο Άσιμος. Υπήρχε, δεν υπήρχε, πάντως χάθηκε, χάνεται ακόμη, αύτανδρη: άνθρωποι, σπίτια, άγκυρες. Μένουν οι μύθοι, να τους γράφουμε και να τους φωτογραφίζουμε. Κοιτάζω τώρα τα παλιά σπίτια, ιδίως εκείνα τα εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα, κλειδωμένα παράλογα με χοντρές αλυσίδες, και θαρρώ πως είναι τεμένη ιερά χαμένων θρησκειών που τα βιβλία αναφέρουν, όμως κανείς δεν ξέρει πια το νόημα και τον προορισμό τους. Τα σκουριασμένα λουκέτα στις πόρτες κρατούν τα μυστικά επτασφράγιστα.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΤΕ τις μαγικές τελετές που τα στέριωσαν και τα ανάστησαν: τι αίμα χύθηκε στα θεμέλια, που θάφτηκε το σφάγιο, κάτω απ’ το κατώφλι ή κατά την Ανατολή, ποια γητειά μουρμούρισαν τα χείλη της νοικοκυράς πάνω στη θυσία, ποιο μαντίλι ύψωσε στην κορφή της σκεπής.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΤΕΧΕΙ ΑΙΩΝΟΒΙΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣτων κτιστάδων τους κρυμμένες πίσω από γλώσσες συνθηματικές. Μαστόροι, μαθητάδες, πρωτομάστορες, χωρίς όνομα και ηλικία, καλλιτέχνες μιας τέχνης ανώνυμης, χωρίς πνευματικά δικαιώματα και δικαίωμα στη μνήμη, ανίσχυρη βορά στην μπουλντόζα, φετίχ μόνο κάποιων άλλων καλλιτεχνών σε ένα αέναο κυνηγητό: καλλιτέχνης – μπουλντόζα – καλλιτέχνης. Χωρίς ελπίδα. Πολύχρωμα απομεινάρια του έσω κόσμου στη μεσοτοιχία με τη διπλανή οικοδομή, τετραγωνισμένα, με χρώματα διαφορετικά όσα και τα δωμάτια, υπόλοιπα από τζάκια και καμινάδες, μετέωρα ράφια, ξεφτισμένα ίχνη από τοιχογραφίες. Το σπίτι έφυγε.

ΆΛΛΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ. Δήθεν όρθια, άδεια ή στοιχειωμένα με σπαράγματα πάλαι ποτέ οικογενειών, με το σκυθρωπό κέλυφος και το κατακρεουργημένο εσωτερικό τους, να ελπίζουν μόνο στην ψιμυθίωση της αναπαλαίωσης για καινούργια, ανιστόρητη χρήση, χωρίς μνήμες.

ΟΙ ΠΡΟΣΟΨΕΙΣ-ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ, ό,τι και να γίνει, θα παραμείνουν αινιγματικές. Εχέμυθο σύνορο του μέσα και του έξω. Κι εκεί σ’ αυτό το μεταίχμιο οι σαγηνευτικές μορφές των ρόπτρων, αμετακίνητοι φύλακες, ανέκφραστοι παρατηρητές των αέναων εξελίξεων, στοιχειά και καλοί δαίμονες των κτιρίων, αποκυήματα μιας μακράς παράδοσης που γνώριζε να αναπαριστά συμβολικά τον κόσμο των πνευμάτων, που ήξερε να γεφυρώνει τον χαοτικό κόσμο της φαντασίας και της μυθοπλασίας με την καθησυχαστική πλευρά της καθημερινότητας.

ΣΤΕΡΕΩΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΟ μαγικό κατώφλι –την έδρα όλων των οικουρών δυνάμεων και σημείο τέλεσης βασικών εθιμικών ιεροτελεστιών για την ευδαιμονία των ενοίκων– το ρόπτρο είναι το πρώτο σημείο του οίκου που το έξω έρχεται σε επαφή με τον έσω χώρο, όχι μόνο οπτική αλλά και απτική.

ΜΙΚΡΑ ΕΡΓΑ ΜΙΑΣ ΤΕΧΝΗΣ βιομηχανικής, τυποποιημένα αλλά και τόσο ποικίλα στη μορφολογία, τελευταία ίσως προσθήκη στα φροντισμένα αρχιτεκτονήματα της πέτρας και του κεραμιδιού, τα ρόπτρα δεν προδίνουν απλώς το γούστο του νοικοκύρη, δεν εκφράζουν μόνο αισθητικές πραγματικότητες ούτε εξυπηρετούν μόνο πρακτική σκοπιμότητα. Μέσω μιας γριφώδους επιλογής γίνονται ένα μέσο κοινωνικής αυτοσύστασης και αυτοπροβολής του ιδιοκτήτη του οίκου και όχι μόνο: μοιάζουν να αιχμαλωτίζουν κάτι από τη ζωή του σπιτιού, από τον ψυχισμό ή τη σωματικότητα των κατοίκων του. Ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιούν πανάρχαιες μυστικές πρακτικές πρόκλησης και αποτροπής, απεικόνισης και απόκρυψης, φορτίσεις που αποβλέπουν σε μια μαγική επιβολή προς τον έξω κόσμο, στον έλεγχο κάθε βλαπτικής ενέργειας που απειλεί το σπίτι και τις ζωές που περικλείει.

ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ που αποπνέουν τα χιλιοαγγιγμένα αυτά μικρογλυπτά νομίζω πως αποτελούν εξεικόνιση του αριστοτελικού ορισμού της Εντελέχειας: είναι η μετάβαση της ύλης με την πρόσληψη μορφής από την αδρανή στην ενεργό κατάσταση.

ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ τους δεν πρόκειται να ψυχράνει ποτέ.

 

ΜΙΡΑΝΤΑ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ

Λαογράφος-Εθνολόγος